(κορυφαῖο κείμενο, τῆς ἀξιόλογης Χαρᾶς Νικοπούλου)
Ἑλλάδα εἶμαι δημιούργημά σου. Μοῦ εἶπες πὼς εἶμαι τυχερή, γιατί δὲν γνώρισα τὴ Xούντα... Μὰ μὲ ὑποχρέωσες νὰ ζῶ σὲ μία δημοκρατία ποὺ τὴ χούντα τήν κρατοῦσαν καλὰ οἱ δημοκράτες πολιτικοί της. Μοῦ ἔμαθες τὰ πρῶτα Ἑλληνικά, με ..
δασεῖες-περισπωμένες,... μὰ πρὶν καλὰ-καλὰ τὰ μάθω τὰ κατήργησες. Ενῶ ἤμουν Δευτέρα δημοτικοῦ... Μὲ ἕντυσες μὲ μπλὲ ποδιά... αὐτὴ γιὰ τὸ σχολεῖο μὲ τ' ἄσπρο γιακαδάκι... κι ὅταν ἄρχισε νὰ μοῦ ἀρέσει τὴν κατήργησες. Πάντα γιὰ τὸ καλό μου, χωρὶς νὰ μὲ ρωτήσεις... Μὲ ἔμαθες νὰ λέω τὸν ἐθνικὸ ὕμνο καὶ πλήρωνες δασκάλους γιὰ νὰ μὲ μάθουν πὼς τιμιότερον ἁπάντων ἐστι ἡ πατρίς. Μὰ σὰν μεγάλωσα....
....ἄφησες τὴ σημαία νὰ χαθεῖ στὸν βράχο τῶν Ἰμίων...